Monolith from beyond time

Monolith from beyond time
Heathen
Showing posts with label ομάδα. Show all posts
Showing posts with label ομάδα. Show all posts

Sunday, October 18, 2015

Chapter 2, The Yuan Ti temple

Chapter 2: The Yuan Ti temple
“Teleutaia einai mia nooboapostolh mia mentalist me kati malakes p mas koitane sunexeia. exe xarh p 8a paroume lg lefta alliws tn p..........
H dikia m apostolh einai g evil opios akolou8ei na kanei comment.”

QUOTING THE DEAD GUY: Sonic
                                                                            Leoeak Arroway
http://dnd-gengroup.blogspot.gr/2010/02/teleutaia-apostolh.html



Οι ήρωες λίγες βδομάδες μόνο μετά τα γεγονότα του Άσενπορτ (βλ. Chapter 1) φτάνουν στην πόλη των Τεσσάρων ανέμων, τον αρχικό προορισμό τους. Εκεί αποχαιρετούν την Τέρζα και τους υπόλοιπους έμπορες του Χρυσού Φύλλου και παραδίδουν τα δέματα με τις αποδείξεις που τους είχαν δοθεί στις διάφορες συντεχνίες πόλης (παρεπιπτώντως ακόμα δεν έχετε επιστρέψει στην Καρ’κοχάιντ για να εισπράξετε τα 4000 g). Πλησιάζοντας την πόλη και πριν μπουν ακόμα στα τείχη αρχίζουν τα ευτράπελα, καθώς ο Μπόντινοκ βλέπει έναν καταυλισμό γνώμων και έχοντας πολύ καιρό να συναντήσει άλλους του είδους του, τρέχει να ξαναβρεί λίγη γνωμοσυντροφιά και ίσως και κάνα γκομενάκι. Ο Σόνικ αποφασίζει για κάποιο λόγο να διακόψει το καμάκι του Μπόντινοκ σε μια νεαρή γνώμαινα με μια ξεγυρισμένη death attack που στέλνει τον Μπόντινοκ αναίσθητο στο έδαφος και την πιθανή ερωμένη μακριά ουρλίαζοντας.

Αμέσως καταφθάνει η αστυνόμευση της πόλης, ξωτικά καβάλα σε μεγάλους πτεροδάκτυλους για να συλλάβουν το δολοφόνο. Ο Σόνικ τους αποδεικνύει ότι ο Μπόντινοκ δεν είναι νεκρός και στην ερώτηση τους γιατί το έκανε απάντησε το αινιγματικό «μα έφερα 20!». Η αστυνόμευση τελικά αποχώρησε και ο Μπόντινοκ ορκίστηκε εκδίκηση.

Στο εσωτερικό της πόλης χωρίστηκαν.
Ο Άβαταρ βρέθηκε να περιπλανιέται στη συνοικία των εμπόρων όπου αγόρασε ένα μεγάλο φλεγόμενο τσεκούρι από έναν πολύ συμπαθητικό Νάνο έμπορα ονόματει Μπόντρικ. Ο Μπόντρικ αποδείχθηκε πως καταγόταν από την ίδια φυλή με τον Άβαταρ και ήταν ήρωας κάποτε, που είχε πολεμήσει και σκοτώσει μάλιστα έναν πράσινο δράκο με την ομάδα του κάπου στα βόρεια. Η ομάδα του διαλύθηκε όταν, μετά τη μάχη με το δράκο, ο γνώμος δολοφόνος σκότωσε τον ιερέα και τη μάγισσα της ομάδας για να πάρει τα λύτρα, οπότε μόνο αυτός και ένας νάνος φίλος του γλίτωσαν (ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΤΟΥΣ ΓΝΩΜΟΥΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ ΑΒΑΤΑΡ).Ο μόνος που νίκησε ποτέ τον Μπόντρικ ήταν η γυναίκα του.

Το ίδιο συνέβαινε και με τη γυναίκα του έμπορα που επισκέφτηκε ο Μόρντιακ και του οποίου το μαγαζί βρισκόταν ακριβώς απέναντι από του Μπόντρικ. Ο Μόρντιακ ζήτησε από αυτόν τον κατασκευαστή πανοπλιών να του κατασκευάσει μια πανοπλία για την ύαιανα φτιαγμένη από το καβούκι ενός τέρατος που είχαν πολεμήσει στο Άσενπορτ.

Η Φέλονυ ανέβηκε μέχρι την πλούσια συνοικία της πόλης όπου επισκέφτηκε τη συντεχνία μαγικών αντικειμένων Όστρια. Οι τιμές στη συντεχνία ήταν αστρονομικές για όλα τα ντικείμενα, αλλά η Φέλονυ τσίμπησε ένα γκομενάκι πωλητή ο οποίος της έδωσε τη διεύθυνση του για να τον επισκεφτεί όποτε ήθελε.

Ο Παπατζίμ και ο Μπόντινοκ βρέθηκαν να χαζεύουν τα μαγικά αντικείμενα στο μαγαζάκι του «Χαρούμενου λαγού», ενός μάλλον εκκεντρικού μάγου που έτρεχε μια μισοπαράνομη επιχείρηση φτηνών μαγικών αντικειμένων. Ο ίδιος δήλωσε πως η Όστρια είχε γίνει σχεδόν μονοπώλιο και επιβαλλόταν στην αγορά με ραγδαίους ρυθμούς και πως το μπαστούνι του Μπόντινοκ ήταν κατάφορα κακο.

Ο Οζάιντ βρήκε το πιο άνετο και σχετικά φτηνό πανδοχείο για την ομάδα.

Ο Σόνικ το ίδιο βράδυ αναζήτησε, στην πιο κακόφημη συνοικία της πόλης τη συντεχνία των δολοφόνων για να τους παρακαλέσει να γίνει ένας από αυτούς. Αλλά τα όσα ακολούθησαν ανήκουν σε άλλη ιστορία..

Μετά τη δύση του ηλίου, καθώς όλοι γυρίζανε στο πανδοχείο, μια φωνή ήχησε στο μυαλό των ηρώων « Οι υπηρεσίες σας θα μου ήταν χρήσιμες. Αν ενδιαφέρεστε για δουλεία, ζητήστε τον Σούρ’κιιλ αύριο το πρωί στο πανδοχείο «Ηλιοβασίλεμα». Να είστε έτοιμοι για ταξίδι.» Η ομάδα αποφάσισε να πάει, οπότε το επόμενο πρωί βρέθηκαν στο πολυτελές πανδοχείο να ατενίζουν τη θάλασσα από το μπαλκόνι του εργοδότη τους. Ο Σούρκιιλ ήταν ένας μεσόκοπος κομψός άντρας με περιποιημένο γκρι γενάκι που τους υποσχέθηκε 250 g την εβδομάδα για να του φέρουν τρία κειμήλια από έναν αρχαίο τροπικό ναό στην χερσόνησο της Qbarra.
Τα τρία κειμήλια ήταν ένας μεγάλος πολύτιμος κρύσταλλος, δύο πλάκες με αρχαία γραφή και μία μεγάλη πέτρα χαραγμένη ώστε να αναπαριστά μάτι δράκου.Οι παίκτες συμφώνησαν. 
Ο Σουρ’κιιλ ήταν αρχικά έτοιμος να φύγουν αμέσως, αλλά μετά από παράκληση των ηρώων κανονίστηκε να ξεκινήσουν το επόμενο πρωί. Η ημέρα κύλησε ήρεμα με τους ήρωες χαρούμενους που βρήκαν τελικά δουλεια.

Όταν σκοτείνιασε η Φέλονυ πήγε στη διεύθυνση που της είχε δώσει ο νέος από την Όστρια και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε ένας συγκάτοικος του.To εσωτερικό του διαμερίσματος ήταν μισοσκότεινο και ανάκατο. Το νεαρό ξωτικό που είχε γνωρίσει στην όστρια απομάκρυνε το συγκάτοικό του από το δωμάτιο και, αφού πρόσφερε στην Φέλονυ ένα ελαφρύ αλκοολούχο, της συστήθηκε ως Χαάρες.

Το ακόλουθο rp το έχω κρατήσει σε ένα σχολικό τετράδιο και το μεταφέρω αυτούσιο εδώ.
Φέλονυ: Τον κοιτάω με ένα λάγνο ύφος, κσι τον ρωτάω «Μπορώ να σε εμπιστευτώ;»
DM: Σου απαντάει «εννοείται!» κοιτώντας σε με χαμόγελο που στάζει μέλι. (Its a noob trap, όπως θα έλεγε και ο Σόνικ).
Φέλονυ: Τον ρωτάω αν ξέρει τίποτα για την πέτρα μου, και αν όχι, αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να ξέρει.
DM: Σου λέει οτι δεν ξέρει, αλλά μπορεί κάτι να γνωρίζει ο ιδιοκτήτης της Όστριας. Απλά θα είναι πολύ δύσκολο να τον συναντήσεις εξαιτίας της γραφειοκρατίας.
Φέλονυ: Του λέω για αυτόν στο «Ηλιοβασίλεμα» και την αποστολή και του ζητάω τη γνώμη του για αυτόν και το περιεχόμενο της αποστολής. Πως θα μπορούσα να προετοιμαστώ καλύτερα για αυτήν;
DM: Ακούει με ενδιαφέρον. Μετά σου λέει να μην εμπιστεύεσαι τον εργοδότη σου γιατί κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αρχαιοκάπηλος και να σε μπλέξει και εσένα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που δεν ξέρεις πολλά για την τοποθεσία που κατευθύνεστε.
Φέλονυ: Τον ρωτάω και κάποια πράγματα για τον εαυτό του, από που κατάγεται κλπ.
DM: Διστάζει λίγο, σαν να το σκέφτεται και μετά σου λέει ότι κατάγεται από ένα χωριό ξωτικών πολύ πολύ μακριά, που δε θα το έχεις ακουστά, κοντά στην πρωτεύουσα των ξωτικών της Ράλιον, το οποίο δέχτηκε πριν από χρόνια επίθεση επίθεση από Ντρόου. Εκεί χάθηκαν οι γονείς του και ταξίδεψε ως την πόλη των Τεσσάρων Ανέμων για να κάνει την τύχη του.
Φέλονυ: Τέλος, λοιπόν, τον ευχαριστώ για όλα και του λέω πως θα ξαναέρθω να τον δω και τον αποχαιρετώ και του δίνω και ένα φιλί να με σκέφτεται για την υπόλοιπη βδομάδα, μήνα, χρόνο, μέχρι να ξανάρθω τελοσπάντων!
DM: Τον φιλάς και σε συνοδεύει σκεφτικός μέχρι την πόρτα. Λίγο πριν σε αποχαιρετήσει, ξαφνικά φαίνεται να παίρνει το θάρρος και να ετοιμάζεται να πει κάτι. «Λοιπόν, θα έρθω και εγώ μαζί. Αυτή η αποστολή φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα και είναι καιρός για ένα διάλλειμα από την βαρετή ζωή της πόλης! Θα σας ακολουθήσω και θα βοηθήσω όσο μπορώ. Έχω τα μέσα και τη γνώση. Αρκεί όλο αυτό να γίνει με μυστικότητα. Λοιπόν, τι λες;»


Επίλογος πρώτου μέρους: Το ίδιο βράδυ, με το σκοτάδι να έχει απλωθεί για τα καλά πάνω από την πόλη, όλη η ομάδα έχει μαζευτεί στο πανδοχείο που είχαν κλείσει για το βράδυ. Όσο κι αν περιμένουν τον Σόνικ όμως, αυτός δεν εμφανίζεται. Τελικά, ανήσυχοι οι υπόλοιποι του γκρουπ τον αναζητούν στα στενοσόκακα της πιο κακόφημης συνοικίας της πόλης. Ο ίδιος τους αντιλαμβάνεται πρώτος, αλλά προτιμά να μην κάνει αισθητή αμέσως την παρουσία του. Εξάλλου νοιώθει το κεφάλι του βαρύ μετά από την απόφασή του να γίνει δολοφόνος της συντεχνίας των τεσσάρων ανέμων. Έχει μια τελευταία δουλείτσα. Η ματιά του πέφτει σε έναν ρακένδυτο γέρο ζητιάνο κουλουριασμένο στην άκρη του δρόμου και τον πλησιάζει. «Μια μικρή βοήθεια παλληκάρι μου..» Παρακαλεί ο γέρος. Ο Σόνικ στέκεται στο σκοτάδι και τον κοιτά. «Έχω κάτι για σένα παππού» Ο Σόνικ σκύβει και αφήνει 2 χρυσά μπροστά στο ζητιάνο. Εκείνος σκύβει να μαζέψει τα λεφτά και καθώς στηρίζεται με το ροζιασμένο του χέρι στον ώμο του Σόνικ εκείνος τον διαπερνά με το στιλέτο του. Το άγγιγμα του γέρου γίνεται γερή αρπάγη που ξαφνιάζει το ξωικό. Με μάτια που γυαλίζουν ο ζητιάνος λέει στο αυτί του Σόνικ: «Όνειρο ονείρου είμαστε και είστε όλοι παιδιά του, και από το δάσος της σαρκός δεν φύγατε ποτέ...» Και πεθαίνει. Ο Σόνικ βρίσκει την υπόλοιπη ομάδα και απομακρύνονται μες στη νύχτα.

Saturday, April 18, 2015

Last breaths of Ashenport

Chapter 1: Last breaths of Ashenport



Μισός χρόνος πέρασε από τα γεγονότα του Γκριζογέρακα. Ο Οζάιντ, ο Μόρντιακ και ο Σόνικ ψάχνανε μάταια για δουλειά ως μισθοφόροι όλο το καλοκαίρι στις παραθαλάσσιες χώρες νότια της Ράλιον. Με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου σώθηκαν και τα τελευταία αποθέματα χρημάτων των ηρώων. Εκεί που τα πράγματα έμοιαζαν δύσκολα, μια απρόσμενη δουλεία βρέθηκε άξαφνα μπροστά τους κατά τη διαμονή τους στην πόλη των ψαράδων της Καρ’κοχαιντ. Τέσσερεις έμποροι διατείθονταν να δώσουν 1000 χρυσά ο καθένας στους ήρωες, εάν αυτοί μετέφεραν κάποιες αποδείξεις πληρωμών στην πολη των τεσσάρων ανέμων, μια μεγαλούπολη αρκετές εβδομάδες δυτικά. Οι ήρωες δέχτηκαν.
Τις πρώτες 3 βδομάδες του ταξιδιού της η ομάδα κινήθηκε δυτικά κατά μήκος της ακτογραμμής περνώντας από μικρά παραθαλάσσια χωριουδάκια για ανεφοδιασμό. Το εμπόριο, πλούσιο κάποτε στην περιοχή, είχε εξασθενίσει μετά την πτώση της Νέραθ, της αυτοκρατορίας των ανθρώπων και πολλά από τα παράκτια χωριουδάκια κείτονταν ερειπωμένα. Από τη μέση του ταξιδιού τους και για ημέρες μετά, οι ήρωες δε συνάντησαν άλλον άνθρωπο κατά μήκος του δρόμου, μόνο ερείπια.
Ένα βράδυ στο τέλος της τρίτης βδομάδας, η πρώτη καταιγίδα του φθινοπώρου ξέσπασε σε όλο της το μεγαλείο. Μέσα στην κοσμοχαλασιά ο Οζάιντ διέκρινε ένα αμυδρό φως στον ορίζοντα. Τρέχοντας προς το φως με την ελπίδα εύρεσης καταφυγίου, η ομάδα βρέθηκε μπροστά στα ξύλινα τείχη του πρώτου κατοικίσιμου ψαρωχωριού που αντίκριζαν εδώ και ημέρες. Διαφώνισαν ως προς το τι έπρεπε να κάνουν, αλλά τελικά αποφάσισαν να μείνουν και να ψάξουν για κατάλυμα.

Η ξύλινη πύλη ήταν αφύλαχτη. Οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και γεμάτοι λάσπη από τη βροχή, τα κτίρια παλιά ξύλινα οικήματα ποτισμένα με ιώδιο και αρμύρα. Ρωτώντας ένα νεαρό άντρα που γύριζε σπίτι του έχοντας ασφαλίσει την βάρκα του από τη βροχή έμαθαν πως το χωριό είχε μόνο ένα πανδοχείο, «το Ήπιο Αρμένισμα» που αν και είχε δει και πιο ένδοξες ημέρες, παρέμενε στεγανό από το νερό και υποσχόταν ζέστη και καλό φαγητό. Λίγο πριν αφήσουν τον άντρα ο Σόνικ-που εκτός από τοιχοδιώκτης τότε ήταν και λίγο μάγος/assassin/illusionist ακόμα- είχε μια παράξενη διαίσθηση (εγώ πάντως δεν του είπα τίποτα+ μου χάλασε και το στόρυ όπως το χα ετοιμάσει αλλά έχε χάρη που είμαι καλός δμ) έκανε charm στον άνθρωπο και τον ρώτησε αν όντως οι τέσσερεις τους θα ήταν ασφαλείς στο παδοχείο. Αυτός τότε αποκρίθηκε «ΌΧΙ! Τρέξτε μακριά να σωθείτε!» Τότε ο Σόνικ πήγε να του επιτεθεί αλλά το μετάνοιωσε. Το ξόρκι έσπασε και ο ψαράς συνέχισε την πορεία του σαν να μην συνέβη τίποτα.

Οι τρεις τους διαφώνησαν έντονα για το τι έπρεπε να κάνουν. Ο Σόνικ επέμενε να κοιμηθούν στο πανδοχείο, ο Οζάιντ ήθελε να διασχίσουν την πόλη και να συνεχίσουν το δρόμο τους ενώ ο Μόρντιακ ήθελε να εγκαταλείψουν την πόλη και να κοιμηθουν στο δάσος, μέσα στην καταιγίδα. Τελικά ο Οζάιντ έπεισε τους άλλους δυο. Ενώ διέσχιζαν την κεντρική πλατεία του χωριού, στη μέση του οποίου βρισκόταν ένα αλσύλλιο, τους την έπεσαν δολοφόνοι με ένα ασημένιο φυλαχτό σε σχήμα φιδιού στο στήθος τους. Αφού τους ξέκανε, η ομάδα αποφάσισε ότι εκεί έξω ήταν επικίνδυνα για βολτούλες στην καταιγίδα και αποφάσισαν να βρουν καταφύγιο στο αλσύλλιο, στο κέντρο της πλατείας. Κάτω από τα δέντρα οι ήρωες ανακάλυψαν ένα σπασμένο βωμό της Ελόνας, τον οποίο ο Μόρντιακ επισκεύασε. Έπειτα κοιμήθηκαν.


Μέσα στη νύχτα ο Οζάιντ ξύπνησε από ένα τρομακτικό παρατεταμένο ουρλιαχτό που ερχόταν από τη θάλασσα. Το ουρλιαχτό, που έμοιαζε με κλαάμμα φάλαινας, τραβούσε τους άλλους δύο προς τη θάλασσα. Έντρομος ο Οζάιντ προσπάθησε να σταματήσει την υπνοβασία των φίλων του πριν φτάσουν στην παραλία. Σύντομα αποδείχτηκε ότι και άλλοι είχαν υποκύψει στο κάλεσμα του ουρλιαχτού: σχεδόν όλοι οι θαμώνες του ήπιου αρμενίσματος υπνοβατούσαν κάτω από τη βροχή ή προσπαθούσαν να συνεφέρουν τους συντρόφους τους. Κάποιοι πνίγηκαν, μαζί με τον άντρα της Τέρζα, μιας half elf που οι παίκτες γνώρισαν στην παραλία. Ταυτόχρονα άρχισαν να επιτείθενται στο πλήθος κάποιοι αηδιαστηκοί ψαράνθρωποι τους οποίους η ομάδα καθάρισε.Η ομάδα βοήθησε τους επιζώντες αν επιστρέψουν στο πανδοχείο όταν το ουρλιαχτό τέλειωσε. Ανέφερα την ύαινα; Η ύαινα, το pet του Μόρντιακ έσωσε πολλούς εκείνο το βράδυ.
Μέσα στο πανδοχείο οι ήρωες συνάντησαν τον Μπόντινοκ και τον Άβαταρ, που εντελώς κατά τύχη και χάρη στην καθοδήγηση του DM βρέθηκαν ταυτόχρονα στο Άσενπορτ ψάχνοντας για δουλειά. Εκεί γνώρισαν και τον Λίικ Άρογουέι, γνωστό και ως Μπαμπατζίμ.
Λίγα λόγια για τον Λίικ. Ο Λίικ είναι ο τελευταίος απόγονος της ένδοξης φατρίας των Άρογουει, των κυβερνητών της χώρας Κόαμ. Γενικά οι Άρογουει- και όλοι οι κάτοικοι της Κόαμ- δεν κολλάνε και πολύ σε ιδεολογικά, ηθικά και λοιπά κλισέ. Αν λείπει σε μια οικογένεια ο νεκρός παππούς τον σηκώνουν ως ζόμπι και τον βάζουν να πιει μαζί τους τσάι ή να προσέχει τα μωρά, το Βουντού θεωρείται ενδεδειγμένη θεραπεία για την καταπολέμηση της αρθροίτιδας (βλ Κατοπόδη) κλπ. Οι Άρογουει είναι όλοι Evil, οι περισσότεροι από αυτούς ακόλουθοι του Βέκνα και όλοι μαυρομάλληδες. Αν κάποιος τσεκάρει το γενεαλογικό τους δέντρο θα ανακαλύψει μερικές σαρδόνιες και διαχρονικές προσωπικότητες. Ο Λίικ, ωστόσο, γεννήθηκε ξανθός, και οι προφητείες δήλωσαν ξεκάθαρα ότι ήταν ο εκλεκτός του Πέλορ στη γή. Οι γονείς του όταν το ανακάλυψαν αυτό εκνευρίστηκαν και πιθανότατα τον σκότωσαν για να μην χαλάει το όνομα της οικογένειας. Η διαδοχή δεν τους ένοιαζε και πολύ γιατί ήδη είχαν έναν πρωτότοκο, τον Άλεκ, ο οποίος από μικρός φαινόταν ότι θα γίνει ένας άξιος Κόαμ.
Όλα αυτά βέβαια ο Μπαμπατζίμ τα διάβασε σε ένα σκονισμένο βιβλίο στο μοναστήρι που μεγάλωσε και έγινε ιερέας. Τα μόνα απτά στοιχεία που είχε ο ίδιος για την καταγωγή του ήταν το χρυσαφένιο του μαλλί και ένα χρυσό οικογενειακό μενταγιόν στο εσωτερικό του οποίου ήταν σκαλισμένες πάνω σε ελεφαντόδοντο δύο λέξεις: «Leoeak Arroway».
Η Τέρζα αποκάλυψε στην ομάδα ότι δούλευε για το ‘Χρυσό φύλλο’ και ότι αυτή και οι μπράβοι της μετέφεραν εμπορεύματα στην πόλη των τεσσάρων ανέμων. Υποσχέθηκε στους ήρωες αμοιβή αν κατάφερναν να συνοδεύσουν το καραβάνι ασφαλές μέσα από τους ψαρανθρώπους και τη βροχή στην επόμενη μεγάλη πόλη.
Όλοι ξεκίνησαν να διασχίσουν το έρημο χωριό όταν μέσα στη βροχή ο Σόνικ εντόπισε μια σκιά να κινείται στο νεκροταφείο της πόλης, το οποίο βρισκόταν πάνω σε εναν λόφο. Αμέσως τα 6 Μόγγολα τρέξαν προς τα εκεί, αναγκάζοντας το υπόλοιπο καραβάνι να γυρίσει στην ασφάλεια του πανδοχείου. Στο νεκροταφείο πολέμησαν ζόμπις και έναν κακό ιερέα, εξερεύνησαν το παρεκκλήσι του Πέλορ στο οποίο ο Σόνικ ανακάλυψε μια ζώνη δύναμης που φαντάστηκε ότι θα του έδινε και υπεράνθρωπη ταχύτητα, ενώ ο Μπόντινοκ έφαγε το κεφάλι του όταν ο Μόρντιακ, μεταμορφωμένος σε αρκούδα τον εκτόξευσε στην σοφίτα της εκκλησίας σπάζοντας τις σανίδες της οροφής. Καθώς εξερευνούσαν το υπόλοιπο νεκροταφείο και την κυρίως εκκλησία, προσγειώθηκε στον λόφο ο Μεγάλος Κόκκινος δράκος, άρπαξε τον Μόρντιακ και τον ρώτησε «που είναι η πέτρα;». Πριν βρει κάτι πνευματώδες ο Μόρντιακ να απαντήσει, ο Σόνικ, σκαρφαλωμένος στην οροφή της ταράτσας, κατάφερε, σε μια επείδηξη δύναμης, να ξεκολλήσει το μεγάλο σύμβολο του πέλορ της οροφής και να το καρφώσει στο μάτι του δράκου. Η ομάδα υποχώρησε στα υπόγεια του ναού ενώ ο μονόφθαλμος πλέον δράκος ξερνούσε πίσω τους φωτιές.



Στα υπόγεια ανακάλυψαν περισσότερους ψαράνθρωπους και έγιναν επικές μάχες. Οι ψαράνθρωποι άρπαξαν τον Οζάιντ και τον Άβαταρ και τους χρησιμοποιούσαν ως όπλα. Ο Άβαταρ έσπασε το λογχοπέλεκυ του. Αμέσως άρπαξε την τρίαινα ενός ψαρανθρώπου από κάτω και μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα την έσπασε και αυτή. Στην επόμενη μάχη βάραγε με μπουνίδια, με τα οποία ήταν πιο αποτελεσματικός.
Όταν η μάχη τέλειωσε οι ήρωες έψαξαν τα γύρω δωμάτια. Ένα από αυτά, ένας μικρός χώρος 10Χ10 ποδιών, ήταν τελείως άδειο. Μόνο μια μαύρη ημιδιάφανη πέτρα σαν ακατέργαστο διαμάντι αιωρούταν πάνω από μια μαύρη τρύπα στο πάτωμα. Ο απέναντι τοίχος ήταν διακοσμημένος με μια τοιχογραφία που απεικόνιζε τον Ντάγκον και μια σπέιρα.Οι ήρωες απέσπασαν την πέτρα και ο Παπατζίμ την πήρε και έτρεξε πάνω, στο δράκο.
«Μήπως ψάχνεις αυτό;»Φώναξε στο δράκο και του την πέταξε. Ο δράκος την άρπξε και τότε ο Παπατζίμ έκανε Shatter spell για να τη σπάσει αλλά η πέτρα δεν έσπασε. Ο Παπατζίμης ξαναέτρεξε στα υπόγεια πριν γίνει ψητός.
Στο τελευταίο δωμάτιο η ομάδα ήρθε αντιμέτωπη με τον Άλδανις, τον ιερέα του χωριού. Ο Άλδανις τους αποκάλυψε ότι όλοι στο χωριό ήταν κάποτε πιστοί της Ελόνα, αλλά όταν το εμπόριο στην περιοχή κατέρρευσε αναγκάστηκαν να στραφούν στον Τιτάνα Ντάγκον, ο οποίος φρόντιζε για τη διαβίωσή τους με ένα αντάλλαγμα: τις ψυχές των χωρικών και τις ψυχές όλων των επισκεπτών του χωριού. Έπειτα ο ιερέας παραδέχτηκε την αξία τους και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν και να γίνουν μαθητευόμενοι του Ντάγκον. Ο μόνος που δέχτηκε ήταν ο Μόρντιακ. Ενώ ο ιερέας τον χαιρέτιζε και ο Μόρντιακ στεκόταν δίπλα του, ο Σόνικ έγινε αόρατος και προσπάθησε να σκοτώσει τον Άλδανις, αλλά τα έκανε θάλασσα και κατέληξε πάνω στο βωμό του Άλδανις, φαινομενικά αναίσθητος με τον ιερέα να δείχνει στο νέο του μαθητευόμενο πως να θυσιάζει σωστά ένα ελφ.
Πριν ολοκληρωθεί η θυσία ο Παπατζίμ φώναξε όλο θυμό στον ιερέα ότι αυτός ποτέ δε θα ακολουθούσε τον ιερέα γιατί ποτέ δε θα πρόδιδε την πίστη του όπως έκανε ο Άλδανις. Τότε ο Άλδανις έδειξε στον Λίικ το παλιό τατουάζ της Ελόνα που είχε στο στήθος του και του είπε «Και εγώ ήμουν κάποτε σαν εμένα, νέος και γενναίος. Θα έρθει κάποτε η στιγμή που δε θα διαφέρεις και πολύ από μένα, να μου το θυμηθείς αυτό». Ο Λίικ έσφιξε τα δόνται και δεν αντέδρασε, για να μην προκαλέσει το θάνατο του Σόνικ.
Ο Άλδανις θυμήθηκε ωστόσο τον Σόνικ και βάζοντας το μαχαίρι στο λαιμό του είπε στον Μόρντιακ.. καλά δε χρειάζεται να περιγράψω τη σκηνή, την έχουμε σε ένα βιντεάκι που αξίζει να δείτε. Φυσικά ο Μόρντιακ δεν ήξερε ότι 5 χρόνια μετά θα τον έπιανα εγώ στον ύπνο με τον ίδιο τρόπο.
Ο Σόνικ το σκάει και η μάχη με τον Άλδανις αρχίζει. Ανάμεσα σε σπελλς και ψαρανθρώπους, κάνει την εμφάνισή της η Φέλονυ μέσα από μια πύλη.
Η Φέλονυ, που τόσα χρόνια μετά δεν έχει ακόμα επίθετο, είναι ένα νεαρό Κάλασταρ. Κόρη της ευγενούς Σέλινορ και του μάγου Φόρνεους, μεγάλωσε σε μια μικρή κοινότητα στις παρυφές της Λεισθένας, της πρωτεύουσας των ξωτικών της Ράλιον. Το χωριό της ήταν τόσο μικρό που δεν είχε όνομα, οπότε η Φέλονυ ταξίδευε καθημερινά ως την πρωτεύουσα για να μαθητεύσει σε μια από τις λίγες Ψιονικές ακαδημίες της χώρας. Ένα μεσημέρι που επέστρεφε σπίτι, την ημέρα των 120ών της γενεθλίων ( συμβολική ημερομηνία ενηλικίωσης για τα ξωτικά), βρήκε το σπίτι της άνω κάτω και τη μητέρα της νεκρή στο διάδρομο. Μια δυνατή έλξη την οδήγησε προς ένα σημείο του τοίχου στο οποίο σχηματίστηκε μια πύλη από την οποία βγήκε μια πέτρα. Η Φέλονυ φέρει αυτή την πέτρα μαζί της προσπαθώντας να ξεκλειδώσει τα μυστικά της.
Στο διπλανό δωμάτιο ο πατέρας της μονομαχούσε με έναν άγνωστο μάγο. Όταν την είδαν σκαλώσανε και οι δύο, αλλά από τα δύο Κάλασταρ, ο άγνωστος ήταν ταχύτερος. «Φέλονυ!» φώναξε και άνοιξε μια πύλη που κατάπιε τη Φέλονυ και την οδήγησε.. 175 χρόνια στο μέλλον όπως αποδείχτηκε, αφού το χωριό της τώρα είναι συντρήμια από την επίθεση των Ντρόου (ναι, ο Οζάιντ και οι Φέλονυ είναι συγχωριανοί, αλλά ο Οζάιντ 175 χρόνια νεότερος).
Αργότερα (αυτό το ρπ έπρεπε να είχε γίνει) η μητέρα της που η Φέλονυ πρόσφατα ξαναζωντάνεψε της είπε όλη την αλήθεια: ο πατέρας της ήταν ο άγνωστος, ο Όμπερον και ο Φόρνεους ήταν ο άπληστος αδερφός του που είχε μαγέψει τη μητέρα της και όλο το χωριό περιμένοντας πότε η Φέλονυ θα ενηλικιωθεί για να της πάρει την πέτρα.
Η πύλη οδήγησε τη Φέλονυ ακριβώς στη μέση της μάχης. Με ένα γρήγορο guessing βρήκε ποιοι ήταν μάλλον οι καλοί και με ρατσιστικό μένος πολέμησε τους ψαρανθρώπους και κιλλστίλαρε τον Άλδανις με το κοράκι της, γιατί τότε ακόμα ήταν μάγισσα. (Το συμπέρασμα είναι ότι ο μόνος ορίτζιναλ μάγος από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ο Μπόντι- ώπα, λάθος, δεν είναι μάγος.)
Αφού πέθανε ο Άλδανις αναγεννήθηκε μέσα στη μολυσμένη πηγή πίσω από το βωμό και το έσκασε κάνοντας sanctuary. Ερευνώντας τα πτώματα των ψαρανθρώπων η ομάδα ανακάλυψε ότι κάποια από αυτά ανήκαν στους πρόσφατα πνιγμένους ανθρώπους από το Χρυσό Φύλλο, καθώς και ένα σκισμένο σημείωμα προς τον Άλδανις από την Βολ, το οποίο κάπου βόσκει στο μπλογκ. Βγαίνοντας από το ναό οι παίκτες είδαν πως ο δράκος είχε φύγει και το πρωί είχε έρθει. Αμέσως το κάλεσμα από τα βαθειά ξανακούστηκε και ένας νέος γύρος κυνηγητού μεταξύ υπνωτισμένων και ξύπνιων ακολούθησε.
Πίσω στο πανδοχείο, έχοντας σώσει όσους μπορούσαν πάλι, οι παίκτες ανακάλυψαν τον πανδοχέα να τους δηλητηριάζει τα φαγητά στην κουζίνα (θυμίζω ότι ως τώρα όλο το χωριό ήταν έρημο μετά το πρώτο κάλεσμα). Όταν τον ανακρίναν ο πανδοχέας παραδέχτηκε ότι όλο το χωριό ακολουθούσε τον Ντάγκον και ομολόγησε ότι οι χωρικοί μαζεύονταν σε μια σπηλιά στα βράχια κοντά στη θάλασσα για μια τελετή που θα τους επέτρεπε να νικήσουν την ομάδα. Τους προειδοποίησε ότι οι πιστοί χρησιμοποιούσαν πολλές παγίδες και ιλλούζιον.Αμέσως οι παίκτες τράβηξαν προς τα εκεί.
Στη σπηλιά πολέμησαν τεράστια θαλασσινά τέρατα, ακολούθους του Ντάγκον, ψαρανθρώπους και ιερείς τους οποίους κατατρόμαξε ο Μόρντιακ μεταμορφωμένος σε αρκούδα, όλα αυτά ενώ έλεγχαν κάθε πιθαμή του χώρου για παγίδες και ιλλούζιονς. Ο Μπόντινοκ βρήκε δύο σατανικά μπαστούνια που ρουφούσαν ψυχές, του ενός εκ των οποίων πλέον η τύχη αγνοείται. Εκεί που νόμιζαν ότι ξεμπέρδεψαν έκανε εμφάνιση από τα βαθειά η πηγή του καλέσματος στο άσενπορτ: το voice of Dagon, το οποίο μπορείτε να δείτε παρακάτω.
Αμέσως οι παίκτες έσπευσαν να του κατεβάσουν ότι δυνατά αμπίλιτις είχαν, μόνο και μόνο για να αποδειχτεί στον επόμενο γύρο ότι το Voice ήταν μια ψευδαίσθηση του πραγματικού, το οποίο έσκασε μύτη αμέσως μετά. Η μάχη ήταν πολύ σκληρή και το τέρας πειραγμένο, αλλά ακόμα πιο πειραγμένος ήταν ο Druid που κατέβασε το τελειωτικό χτύπημα. Υπήρξαν και κάποια παρατράγουδα όπως ο παρολίγον θάνατος της Φέλονυ από τον σαγηνεμένο από το Voice Σόνικ. Η Φέλονυ από τότε το γύρισε σε Ψιον.
Με το θάνατό του το Voice έβγαλε έναν επιθανάτιο εκδικητκό ρόγχο. Όταν οι ήρωες βγήκαν από τη σπηλιά η καταιγίδα είχε περάσει και η παραλία απ’άκρη σ’άκρη σε όλο το Άσενπορτ ήταν σπαρμένη με δεκάδες ίχνη, τα ίχνη των κατοίκων που ο Ντάγκον εξαγριωμένος με το θάνατό του Voice τράβηξε στον βυθό..
Οι παίκτες πήρανε την Τέρζα και τους υπόλοιπους εμπόρους από την ταβέρνα και ανενόχλητοι συνέχισαν την πορεία τους. Λίγες μέρες μετά έφτασαν αισίως στην πόλη των τεσσάρων ανέμων.
Δεν ήξεραν βέβαια ότι μεγαλύτεροι μπελάδες για την ομάδα μαζέυονταν σαν σμήνος δράκων στον ορίζοντα πάνω από την πόλη..


Tuesday, April 14, 2015

Στρατηγική Μάχης

Fixed Initiatives:

1. Ozaid
(1,5. Sonic)
2. Felony
3. Avatar
4. Leoeak

5. Bodinoc
6. Ajax
7. Mordiac



Στρατιγική θέσεων:


Αν το ζάρι μας φέρει πρώτους από τα τέρατα.
 
Ozaid, Sonic, Bodinoc: Βαράνε μάγους, τοξότες και τους υπόλοιπους γύρω-γύρω σχετικούς με αυτούς.


Sonic: σε κάθε περίπτωση προσπαθεί να αιφνιδιάσει. 

Avatar και Leoeak: τραβουν την προσοχή του boss μέχρι η πάνω ομάδα να τακτοποιήσει το στόχο της. ΠΡΟΣΟΧΗ: είναι απαραίτητο να υπάρξει το κατάλληλο κενό για την έφοδο του Ajax.

Αjax: αν τα πράγματα δεν είναι πολύ επείγοντα διατηρεί όσο γίνεται low profile και προετοιμάζει έφοδο στο boss ώστε να του κάνει grapple. Αν είναι απαραίτητο να πάρουμε πληροφορίες το grapple θα γίνεται σε κάποιον σχετικά πιο αδύναμο μη μάγο ώστε να τον ακινητοποιήσουμε και η Felony να μπορέσει να μπει στο μυαλο του μετά τη μάχη και να εξάγει πληροφορίες. Στον grappled εχθρό όσο γρηγορότερα γίνεται κάνει ο Mordiac μορφοποίηση ξύλου ώστε να μείνει σταθερός και ο Ajax να επιστρέψει στη μάχη. Αν είναι επιτακτική ανάγκη η έφοδος γίνεται απευθείας χωρίς προετοιμασία. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο Ajax στοχεύει το boss.


Felony: buffαρει τα τανκς (Avatar, Leoeak)


Mordiac: μπαλαντέρ. Πράττει αναλόγως τις ανάγκες.


Αν το ζάρι δεν ευνοήσει την ομάδα:

 
Αν υπάρχει άμεσος κίνδυνος θανάτου κάποιου μέλους του πάρτυ τότε η Felony χρησιμοποιεί ειδική ιδιότητα που την κάνει να αλλάζει initiative. Παίζει λοιπόν πριν τα τέρατα και σώζει τον επι κινδύνω.



Αν το ζάρι χωρίσει την ομάδα:

 
Ακολουθούμε την ίδια στρατηγική.


ΥΓ: Όλα αυτά σε συνεργασία με την αγαπητή Άρτεμις, η οποία θα σχεδιάσει και θα ποστάρει σύντομα ένα σχέδιο με όλα αυτά, να το έχουμε και σχηματικά :D



Sunday, April 12, 2015

Το Φυλαχτό

Πρόκειται για ένα χρυσό φυλαχτό με μία κόκκινη πέτρα στο κέντρο του. Το φυλαχτό αυτό ενώνεται με τη σάρκα αυτού που το φορά και τον δεσμεύει ώστε να τηρήσει την υπόσχεσή του, όποια και αν είναι αυτή. Αν η υπόσχεση δεν τηρηθεί ο δεσμευμένος πεθαίνει.

Ο ακριβής μηχανισμός του φυλαχτού είναι άγνωστος. Παρόλα αυτά αυτό εμφανίζεται πάνω σε ακολούθους και σε όσους δουλεύουν για το Χέρι του Ναραας. Όλοι οι ακόλουθοι της οργάνωσης αυτής δεσμεύονται υποχρεωτικά με τον τρόπο αυτό. Σύμφωνα με την Αϊρίν, για να φτιαχτεί ο μηχανισμός του φυλαχτού χρησιμοποιείται μία πέτρα που βρίσκεται στα κεντρικά του Χεριού του Ναραας, η οποία παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με το Μάτι του Δράκου, με τη διαφορά ότι αυτή είναι κόκκινη και όχι πορτοκαλί όπως το μάτι.

Μπορούμε επίσης να συμπεράνουμε ότι το φυλαχτό έχει διάφορα επίπεδα χρήσης. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει το επίπεδο κατα το οποίο ο χειριστής του φυλαχτού μπορεί οποτεδήποτε θέλει να προκαλέσει το θάνατο αυτού που το φορά, αν διαπιστώσει ότι η υπόσχεση δεν τηρήθηκε.
Πιθανότατα υπάχει και ένα δεύτερο επίπεδο κατά το οποίο οποιαδήποτε κίνηση που οδηγεί στη μη τήρησης της υπόσχεσης προκαλεί αυτόματα το θάνατο αυτού που το φοράει, άσχετα με τη γνώση ή μη του χειριστή.

Πρώτη επαφή με το φυλαχτό είχαμε όταν συναντήσαμε την Lilith η οποία το φορούσε.

Trollport

Λιμάνι στο βορειοδυτικό άκρο της Γαίας.

Κέντρο πειρατείας.

Διοικείται από τον Ράιγκερ.

Ράιγκερ

Πρόκειται για τον υπεύθυνο του Trollport. Από ό,τι φαίνεται έχει λάβει εξουσία στο λιμάνι εξαιτίας της δύναμης του και του σεβασμού που τρέφουν για αυτόν οι ντόπιοι και όχι μόνο.

Είχε κάποτε στη δούλεψή του την Αϊρίν.

Ασκεί εμπάργκο στο όπιο της παλιάς αυτοκρατορίας.

Wednesday, April 8, 2015

Αϊρίν

Πρώτη επαφή μαζί της μέσω μιας ανάρτησης του ντι εμ.

Πρόκειται για μία εκ των dopelgangers που μας επιτέθηκαν στις Στύλες της Νύχτας.

Είναι μισθοφόρος και από ότι φαίνεται ενδιαφέρεται κυρίως για την αμοιβή της. 
Από τις διάφορες αποσοτολές της, σε συνδυασμό βέβαια με προσωπική της προσπάθεια και έρευνα, έχει συγκεντρώσει ένα μεγάλο πλήθος πληροφοριών για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα.

Σχέση της Άιριν με το μάτι του δράκου:
Δε γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Σκεφτέιτε όμως πως η Αϊρίν είναι μία μισθοφόρος που ενδιαφέρεται πολύ για κειμήλια τα οποία μπορούν να της εξασφαλίσουν μεγάλα χρηματικά ποσά. Επομένως αν εκείνη δε γνωρίζει καν τι είναι το μάτι του δράκου πρόκειται για ένα καλά φυλαγμένο μυστικό για την ύπαρξη του οποίου ίσως γνωρίζουν περισσότερο λόγιοι και άτομα του πνεύματος παρά άτομα της "πιάτσας".  Αυτό μας δίνει ένα καλό προσανατολισμό για το ποιούς πρέπει να ρωτάμε για σχετικές πληροφορίες.
Παρόλη την άγνοιά της όμως υπάρχει ένα στοιχείο που τη συνδέει με την αποστολή μας: την προσέλαβαν μαζί με την ομάδα της να σκοτώσει την Ίλιαμ και να πάρει από εκέινη ένα σημειωματάριο και ένα μαύρο πετράδι που είχε στην κατοχή της. Στην αποστολή της όμως αυτή απέτυχε, αφού η Θράξις με κάποιο τρόπο πήρε τη μορφή της Ίλαμ και την ξεγέλασε στο να κυνηγήσει εκείνη και όχι την πραγματική Ίλιαμ. Εδώ καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε τι απέγινε η πραγματική Ίλιαμ. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος η Αϊρίν θέλει να εκδικηθεί τη Θράξις. Για την αποστολή αυτή φαίνεται πως την προσέλαβε ο Leoeak. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον αδερφό του Leoeak, Alek, ο οποίος διαδίδει προφανώς παντού πως είναι ο ίδιος ο Leoak.

Σχέση της Αϊρίν με το Χέρι του Ναραας:
Η Αϊρίν είχε επίσης δουλέψει ως κατάσκοπος στο πλοίο του Ράιγκερ (δε θυμάμαι ποιός την προσέλαβε ας βοηθήσει ο ντι εμ) και όταν την κατάλαβαν την φυλάκισαν στο Trollport.
Από τη φυλακή την έβγαλε το Χέρι του Ναραας με την προϋπόθεση ότι θα κάνει μια δουλειά για αυτούς, Εργοδότης της ήταν ο Daz'ani και αποστολή της να μας σκοτώσει γιατί ήμαστε μπελάς για το Χέρι. Πήρε και εκέινη τον όρκο και παγιδεύτηκε με το φυλαχτό.

The Diary





Αγαπημένοι συμπαίκτες, καλησπέρα.

Είναι νομίζω πλέον φανερό πως έχουμε φτάσει σε εκείνο το σημείο κατά το οποίο είναι απαραίτητη μεγαλύτερη προσοχή στην εξέλιξη του στόρυ. Έτσι λοιπόν προτείνω να ανεβάζουμε εδώ μετά από κάθε session τι συνέβη. Μπορώ να ανεβάζω το γενικό πλαίσιο, μιας και κρατάω σημειώσεις, και όποιος θέλει να διορθώνει ή και να συμπληρώνει την ανάρτηση. Επίσημη αίτηση προς τον ντι εμ: αν κάτι από αυτά που ανεβάζουμε είναι λάθος γιατί δεν έχουμε καταλάβει καλά μια περιγραφή ή κάποιο γεγονός να το διορθώνει, ευχαριστώ.

Υ.Γ. Η σειρά αυτή αναρτήσεων δεν έχει σκοπό την απλή παράθεση των γεγονότων μιας και αυτό γίνεται πολύ πιο πετυχημένα από τον Χάρη (http://history-oradon.blogspot.gr/) με συμπληρωματικές δηλώσεις του Ντι εμ, αλλά τον σχολιασμό και την ερμηνεία των γεγονότων. Έτσι για παράδειγμα θα ακολουθήσει ανάρτηση με μια προσπάθεια ανεύρεσης των συμμαχιών των θεών και μη που έχουμε συναντήσει.

Cheers,

Felony


Tuesday, March 3, 2015

DnD story in 5 minutes, pt 1

Project: DnD story in 5 minutes. Επειδή σίγουρα χρειάζεται ένα ξεσκόνισμα της ιστορίας. Τίποτα λογοτεχνικό, τα έχω συμπτήξει όλα, αν νομίζετε ότι κάτι ξεχνάω να μου το πείτε. η ιστορία θα ανέβει σε 6 μέρη: 
1) Siege of Greyhawk, 
2) Last breaths of Ashenport, 
3) The Yan-ti temple, 
4) One night in the city, 
5)Sleeper in the tomb of dreams και 
6) Heathen.


Prologue: The Siege of Greyhawk
Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, Ο Άβαταρ ο νάνος πολεμιστής και ο Οζάιντ, το ξωτικό Ρέιντζερ αναγκάστηκαν να μοιραστούν ένα τραπέζι στην γεμάτη κόσμο ταβέρνα του Γκριζογέρακα, μιας μικρής αλλά πολύβουης πόλης στην καρδιά της Ράλιον.

Ο Άβαταρ είχε γεννηθεί στην κοιλάδα του Έλσιρ και ήταν γιος του βασιλιά της φυλής του αμέθυστου, Γκουντέρα. Σε παιδική ηλικία, όλη του η οικογένεια πλην του πατέρα του ξεκληρίστηκε και αυτός επέζησε από θαύμα. Τώρα εγκατέλειψε την φυλή σύμφωνα με το έθιμο για να αποδείξει την αξία του αποκτώντας δόξα, ώστε να κριθεί άξιος διάδοχος του θρόνου.

Ο Οζάιντ μεγάλωσε σε ένα χωριό κοντά στην πρωτεύουσα των ξωτικών της Ράλιον, στην Λεισθένα. Όπως ο Άβαταρ, έτσι και αυτός σώθηκε από θαύμα όταν το χωριό του ξεκληρίστηκε από επίθεση των Ντροόυ. Ο Οζάιντ ανατράφηκε και έμαθε την τέχνη του Ρέιντζερ από μια ομάδα Ρέιντζερς με αρχηγό τον Μπραν, που είχε τον Οζάιντ σαν παιδί του. Όταν ενηλικιώθηκε ο Οζάιντ το έσκασε από το μεγάλο δάσος και την ομάδα του.

Οι δύο ήρωες, ύστερα από πολύωρη συζήτηση, συμπάθησαν ο ένας τον άλλον, παρά το φυλετικό τους χάσμα. Σύντομα παρατήρησαν έναν μυστηριώδη κουκουλοφόρο που ξεχώριζε από το πλήθος. Όλο το βράδυ τους ζύγιαζε με το βλέμμα και μασούλαγε ένα ξερό κομμάτι ψωμί, απ’όπου και του βγάλανε το παρατσούκλι ‘ο ψωμάκιας’. Ο κουκουλοφόρος τους προσέγγισε και τους πρότεινε, αν «ψάχνουν για μπελάδες» να επισκεφτούν τον γειτονικό πύργο ενός μάγου λίγο έξω από τον Γκριζογέρακα. Οι ήρωες το επόμενο απόγευμα κιόλας έφυγαν από τον Γκριζογέρακα και κίνησαν δυτικά.Έπειτα από μια τρίωρη πεζοπορία έφτασαν τον πύργο του μάγου και πολέμησαν μια ορδή γκόμπλιν που του επιτίθονταν. Στο εσωτερικό ο μάγος, τον οποίο δεν μπορούσαν να διακρίνουν γιατί επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι, τους ευχαρίστησε που ξεπάστρεψαν τα γκόμπλιν, τους θύμισε πως «η ιστορία είναι το σημαντικότερο από όλα τα μαθήματα» και τους διηγήθηκε μια ιστορία.. για το πως ο ίδιος έχασε ένα πολύ σημαντικό οικογενειακό κειμήλιο, ένα κόκκινο πολύτιμο λίθο, μέσα στις σπηλιές των γκόμπλιν στα βόρεια του γκριζογέρακα. Ύστερα έταξε αμοιβή στους ήρωες εάν του το επέστρεφαν.

Ο νάνος και το ξωτικό επέστρεψαν βράδυ στην πόλη και δέχτηκαν επίθεση από ένα σκυλί της κολάσεως.  Οι πολίτες, ανάστατοι από τη μάχη βγήκαν από τα σπίτια τους και ο τοπικός ιερέας, ο Γιόχαν, τους ζήτησε να ξεπαστρέψουν έναντι αμοιβής μερικούς απεθάντους που μάστιζαν το νεκροταφείο. 

Την επόμενη νύχτα μετά από μονοήμερη ανάπαυση το ντουέτο εισέβαλλε στο νεκροταφείο της πόλης. Όταν η μάχη με τους απεθάντους έγινε υπερβολικά δύσκολη ο τοίχος του νεκροταφείου γκρεμίστηκε παρασύρωντας πολλόυς απέθαντους και την εμφάνισή του έκανε ο Μπόντινοκ για πρώτη φορά, καβάλα σε μια τεράστια μηχανή του καφέ με ροδάκια.

Ο Μπόντινοκ είχε ανατραφεί στη Σιταρήθρα, το χωριό των Γνώμων στην καρδιά της Ράλιον από τη μητέρα του Γκοντβίνα και το θείο του Βόλκαουνθ. Δε γώρισε πατέρα και όλοι του λέγαν ότι πέθανε πριν γεννηθεί. Αφού σπούδασε στην τοπική σχολή μαγείας αποφάσισε να γνωρίεσει το «μεγάλο έξω κόσμο» κάτι αναμενόμενο από όλους καθώς πάντα ήταν ανήσυχο πνεύμα. Ταξίδεψαν με το θείο του στον Γκριζογέρακα, ο ένας για να συμμετάσχει στο διαγωνισμό ευρεσιτεχνιών με την νέα του μηχανή του καφέ, ο άλλος για να συνεχίσει το ταξίδι του από εκεί. Έπειτα από ατύχημα ο Μπόντινοκ και η μηχανή του καφέ εκείνο το βράδυ κατέληξαν περικυκλωμένοι από απεθάντους.

Το τρίο των μαχόμενων ενάντια στα ζόμπι σύντομα έγινε κουαρτέτο (οκ σταματάω εδώ) όταν έσκασε μύτη και ο Σόνικ, το ξωτικό τυχωδιόκτης. Ο Σόνικ είναι αγνώστου προέλευσης- ο ίδιος δεν αποκάλυψε ποτέ τίποτα.Αυτό που όλοι αργά ή γρήγορα ανακάλυψαν βέβαια είναι ότι έχει κάποια daddy issues.

Η μάχη με τους απέθαντους συνεχίστηκε για ένα διήμερο, με διαλείμματα για επιστροφή στην ασφάλεια του ξενοδοχείου και ξεκούραση. Στο διάστημα αυτό η τετράδα γνώρισε το Μισο-ορκ βάρβαρο Ρέξαρ που προστέθηκε προσωρινά στην ομάδα, πολέμησε κτηνώδεις αρουραίους στο υπόγειο του πανδοχείου και δέχτηκαν την πρόταση εργασίας από έναν εκκεντρικό τοπικό ιερέα που τους ζητούσε το κομμάτι ενός σάβανου από το νεκροτεφείο, τουλάχιστον 200 χρονών, για τις μελέτες του.

Πολεμώντας απεθάντους και υπερνικώντας τις παγίδες των μεγάλων κρυπτών οι ήρωες καθάρισαν όλο το νεκροταφείο. Ενώ οι υπόλοιποι έπαιρναν το μαγικό τόξο που έριχνε βλήματα που εκρηγνύονταν από τον τάφο ενός τοπικού ήρωα, ο Άβαταρ επέστρεψε το σάβανο στον περίεργο ιερέα μόνο και μόνο για να αντιληφθεί πως αυτός σχεδίαζε κάποια ανίερη τελετή. Μέσα στα επόμενα 10 λεπτά η πόλη του Γκριζογέρακα δεχόταν επίθεση από ένα στρατό 1000 απεθάντων που εμφανίστηκαν από το πουθενά.
Οι ήρωες αρχικά οδήγησαν μέσα στα τείχη όσους είχαν μείνει έξω και στη συνέχεια πολέμησαν οχυρωμένοι μέσα στην πόλη. Ο Ψωμάκιας έκλεψε το εκρηκτικό μαγικό τόξο και εξαφανίστηκε. Τελικά με κάποιον άγνωστο τρόπο οι απέθαντοι εισέβαλλαν στην πόλη και την κατέκλυσαν. Ο Γιόχαν βρήκε τους παίκτες και τους ανήγγειλε ότι ο Πέλορ προέβλεψε πως ο Γκριζογέρακας θα σωζόταν μόνο εάν αυτοι οι 5 έφευγαν από την πόλη. Τους οδήγησε στα υπόγεια του ναού του Πέλορ, μπροστά σε μια αρχαία πέτρα με ένα κορμί εγκλωβισμένο μέσα της που αποδείχθηκε ότι ήταν πύλη και τους τηλεμετέφερε.

Η ομάδα τηλεμεταφέρθηκε στους βάλτους βόρεια του Γκριζογέρακα και είδαν την πόλη να καίγεται. Εκεί γνώρισαν τον Φάλιθ, ένα δρυίδη και το μαθητευόμενό του, Μόρντιακ, του οποίου το παρελθόν ακόμα ο ίδιος δεν έχει αποκαλύψει. Ο Φάλιθ έμαθε από τους ήρωες για το Γκριζογέρακα, πήρε για μαθητευόμενο τον Ρέξαρ και άφησε το Μόρντιακ στην ομάδα. Η νέα 5αδα τράβηξε για τις σπηλιές των γκόμπλιν, να βρει το πετράδι του μάγου.

Στις σπηλιές οι ήρωες πολέμησαν γκόμπλιν και χομπγκόμπλιν, ελευθέρωσαν έναν αιχμάλωτο μάγο και τη Λάισσα, μια μυστηριώδη γυναίκα-γάτα και ξεπάστρεψαν ένα Όγκερ αρχηγό της φυλής (20-20!). Η σπηλιά όμως ήταν το σπίτι ενός κόκκινου δράκου ο οποίος ξεοργίστηκε με το θάνατο των υπηρετών του. Η ομάδα υποχώρησε στα ενδότερα του σπηλαίου, ο Σόνικ και ο Μόρντιακ έκλεψαν λίγο από το θησαυρό του δράκου και όλοι μαζί βρέθηκαν σε ένα πέτρινο δωμάτιο, σπαρμένο με νεκρά γκόμπλιν.
Στη μέση του δωματίου, μπροστά σε έναν μαγικό κύκλο, στεκόταν ένας πολύ ψηλός χλωμός άντρας που καθώς οι ήρωες μπαίναν μέσα στο δωμάτιο ολοκλήρωσε μια μαγική τελετή και τράβηξε από τον κύκλο ένα κατάμαυρο σπαθί γεμάτο νεκροκεφαλές. «Ψυχοφάγε, επιτέλους!» φώναξε, μεταμορφώθηκε σε έναν φλεγόμενο δαίμονα και εξαφανίστηκε.

Οι ήρωες πήραν από το μαγικό κύκλο το κόκκινο πετράδι του μάγου,ο Μπόντινοκ κλήτευσε ένα Fire elemental για να πολεμήσει τον κόκκινο δράκο (???!!), αλλά εντέλει ο αντιπερισπασμός δούλεψε και οι παίκτες το έσκασαν. Έπειτα από μέρες κρυψίματος και τρεχαλητού η ομάδα έφτασε στον πύργο του μάγου και αυτός τους αντάμειψε για τις υπηρεσίες τους, λέγοντας τους πως ο Γκριζογέρακας σώθηκε από μια ιέρεια ονόματι Θέμιδα και έναν πολεμιστή που άκουγε στο όνομα Ρέντγκαρ ( οι ήρωες δεν το ξέραν τότε αλλά ο πολεμιστής και η ιέρεια ειδοποιήθηκαν από τον Φάλιθ για την πόλη- έτσι εκπληρώθηκε η πρόβλεψη του Πέλορ).

Μετά το πέρας της αποστολής, η ομάδα διαλύθηκε.



Όχι για πολύ.



Friday, December 26, 2014

Wednesday, April 10, 2013

Καίγονται τα πισινά μας!

Αγαπημένοι συμπαίκτες,
Όπως θα παρατηρήσατε we had our asses kicked hard, ή, ελληνιστί, πέφταμε σαν τις μύγες. Θα πω "ευχαριστώ καλό μου critical που έκανες τον Avatar πυγολαμπίδα και έκανε λίγο damage", γιατί κατά τα άλλα η παραγωγή ζημιάς του party ήταν πολύ χαμηλή.

Avatar
Ο Mordiac μας έβγαλε από μια δύσκολη κατάσταση με τα δρυιδικά του O(ver)P(owered) κόλπα - βλέπε huge ασημένιο δράκο να αποκεφαλίζει με τα δόντα του έναν άλλον πρώην μεταλλικό νυν leech


Mordiac o.O
ενώ ο Bodinok παρά τις δυσκολίες με τη διατάραξη της μαγείας, κατάφερε προσευχόμενος πάλι στην κοπέλα του

 
Queen of Pain
να γυρίσει πίσω το χρόνο ώστε να μπορέσουμε να τα κάνουμε αυτή τη φορα όλα λίγο καλύτερα. Εμείς οι υπόλοιποι του πάρτυ δυστυχώς δεν σταθήκαμε τόσο τυχεροί, ώστε παρά το απαράμιλλο ταλέντο και την ασύγκριτη δεξιότητά μας, δεν μπορέσαμε να ξεπεράσουμε την γκίνια μας και πέσαμε θύματα του σατανικού ζαριού 100 -


και στο σημείο αυτό θα θυμηθώ το υπέροχο 150+ damage που έσκασε ο Leak (σορρυ αν γράφω λάθος το όνομα, διορθώστε με παρακαλώ) στον θείο του Bodinok, μονάχα για να πάει χαμένο, καθώς ανέκτησε λίγο αργότερα ολόκληρη την ζωή του. Οφείλω βέβαια να παρατηρήσω και μια αλλαγή που συνέβη στον φίλο και συνάδελφο αυτιά Ozaϊd, όταν κάποτε γύρισα το κεφάλι μου, εγώ και το πουλί μου μαζί, μόνο για να δω ένα πλοκαμωτό ιαγουάρο εκεί που κανονικά τα μυτερά αυτιά θα μου έκρυβαν τη θέα.


Πρίν
Μετά





----------------------------------->







Είναι προφανές ότι χρειαζόμαστε σχέδιο και ενώ μέχρι τώρα τα έχουμε πάει αρκετά καλά κάνοντας grapple σε κάθε ίνα του Sleeper, κάτι μου λέει ότι αυτή η λύση δε θα κρατήσει για πολύ. Ως ταπεινό ψωμί του πάρτυ σας ζητώ να προτείνετε μερικά σχέδια για να βγάλουμε και αυτήν τη μέρα καθαρή.



Με εκτίμηση,
(που θα ήταν μεγαλύτερη αν βάζατε και καμιά φορά τους χαρακτήρες σας να κάνουν κανένα μπάνιο)
η Ψίον,
Felony